ΜΕΡΟΣ 7 — Η ΝΤΑΪΑΝΑ ΤΟΥ ΕΙΠΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙ ΓΙΑ 22 ΧΡΟΝΙΑ
Η Νταϊάνα καθόταν σε ένα μικρό καφέ.
Όταν ο Νόα μπήκε, σηκώθηκε.
Για λίγα δευτερόλεπτα κοιτάχτηκαν.
Δώδεκα χρόνια σιωπής.
Και όμως, η φωνή της του φάνηκε οικεία.
«Γεια.»
«Γεια.»
Κάθισαν.
«Πώς είσαι;» ρώτησε εκείνη.
Ο Νόα χαμογέλασε.
«Ακόμα δεν ξέρω.»
Η Νταϊάνα χαμογέλασε.
«Τουλάχιστον τώρα το παραδέχεσαι.»
Μίλησαν για ώρες.
Για την Έμιλι.
Για τα κορίτσια.
Για τη ζωή.
Για όσα έχασαν.
Και κάποια στιγμή η Νταϊάνα είπε:
«Γιατί εξαφανίστηκες;»
Ο Νόα κοίταξε το τραπέζι.
«Νόμιζα ότι έπρεπε.»
«Να εξαφανιστείς;»
«Να είμαι εκεί για τα κορίτσια.»
«Και γιατί πίστευες ότι δεν μπορούσες να είσαι και εκεί και να έχεις μια ζωή;»
Ο Νόα δεν απάντησε.
Η Νταϊάνα πήρε ανάσα.
«Σε περίμενα.»
Ο Νόα την κοίταξε.
«Τι;»
«Για χρόνια.»
«Νταϊάνα…»
«Δεν σου ζητούσα να αφήσεις τα παιδιά.»
«Δεν θα μπορούσα.»
«Δεν σου ζήτησα ποτέ να το κάνεις.»
Η φωνή της έτρεμε.
«Ήθελα απλώς να ξέρω ότι υπάρχει ακόμα χώρος για μένα.»
Ο Νόα ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό του.
«Νόμιζα ότι είχες προχωρήσει.»
«Προσπάθησα.»
«Και;»
«Δεν ήταν το ίδιο.»
Ο Νόα κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Έκανα λάθος.»
«Ναι.»
Η απάντηση ήταν τόσο απλή που τον πόνεσε.
«Έκανες λάθος.»
«Το ξέρω.»
«Και τώρα;»
Ο Νόα χαμογέλασε αδύναμα.
«Τώρα τα κορίτσια μου έδωσαν έναν φάκελο.»
Η Νταϊάνα γέλασε.
«Τι είχε;»
«Χρήματα.»
«Α, μάλιστα.»
«Και μια εντολή.»
«Τι εντολή;»
«Να ζήσω.»
Η Νταϊάνα χαμογέλασε.
«Έξυπνα κορίτσια.»
«Πολύ.»
Ο Νόα πήρε ανάσα.
«Θέλω να μάθω πώς είναι να έχω ζωή χωρίς να νιώθω ενοχές.»
Η Νταϊάνα έσκυψε προς το μέρος του.
«Τότε ξεκίνα.»
«Από πού;»
«Από ένα καφέ.»
«Και μετά;»
«Ένα δείπνο.»
«Και μετά;»
«Θα δούμε.»
Ο Νόα γέλασε.
Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που ένιωθε ελαφρύς.
Οι επόμενοι μήνες ήταν παράξενοι.
Άρχισε να βγαίνει.
Να βλέπει φίλους.
Να επισκευάζει έπιπλα όχι για χρήματα αλλά επειδή του άρεσε.
Αγόρασε ένα καλύτερο αυτοκίνητο.
Έκανε ένα μικρό ταξίδι.
Και μιλούσε συχνά με τη Νταϊάνα.
Τα κορίτσια το έμαθαν.
Μια μέρα η Λίλι τον πήρε τηλέφωνο.
«Έχεις σχέδιο απόψε;»
«Ναι.»
«Με ποια;»
«Δεν σε αφορά.»
«Άρα με γυναίκα.»
«Λίλι!»
Άρχισε να γελάει.
«Επιτέλους!»
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις.»
«Θείε, είμαστε είκοσι δύο χρονών, όχι δύο.»
Η Έμμα μπήκε στην κλήση.
«Ποιος είναι;»
«Η Νταϊάνα.»
Σιωπή.
Μετά η Γκρέις μπήκε κι εκείνη.
«Επιτέλους.»
Ο Νόα γέλασε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Η Λίλι είπε:
«Τίποτα.»
«Ξέρατε κάτι;»
«Όχι.»
«Ψεύτριες.»
Γέλασαν όλοι.
Αλλά κάτω από τα αστεία υπήρχε κάτι βαθύτερο.
Τα κορίτσια ήταν ευτυχισμένα.
Όχι επειδή ο Νόα είχε βρει κάποιον να τις αντικαταστήσει.
Αλλά επειδή είχε επιτέλους καταλάβει ότι μπορούσε να τις αγαπά χωρίς να εξαφανίζεται.
Ένα βράδυ, η Νταϊάνα τον κοίταξε.
«Ξέρεις τι βλέπω;»
«Τι;»
«Έναν άντρα που σταμάτησε να ζητά συγγνώμη επειδή υπάρχει.»
Ο Νόα χαμογέλασε.
«Μου πήρε είκοσι δύο χρόνια.»
«Καλύτερα αργά παρά ποτέ.»
Αλλά εκείνη τη στιγμή, το τηλέφωνο του Νόα χτύπησε.
Ήταν η Έμμα.
Η φωνή της ήταν διαφορετική.
«Θείε… πρέπει να σου πω κάτι.»
Ο Νόα σηκώθηκε.
«Τι συνέβη;»
«Δεν αφορά εμένα.»
«Τότε ποιον;»
Η Έμμα πήρε ανάσα.
«Τη μαμά μας.»
Ο Νόα πάγωσε.
ΜΕΡΟΣ 7
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 8…
συνέχεια στην επόμενη σελίδα