ΜΕΡΟΣ 4 — ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΕΦΥΓΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΑΙ Ο ΝΟΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΟΤΙ Η ΣΙΩΠΗ ΕΝΟΣ ΑΔΕΙΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΟΝΑΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΜΟΝΑΞΙΑ
Ο Αύγουστος ήρθε πολύ γρήγορα.
Ο Νόα αγόρασε βαλίτσες.
Κουβέρτες.
Λάμπες.
Σεντόνια.
Ό,τι χρειάζονταν.
Η Λίλι τον κορόιδευε.
«Θείε, έχουμε ήδη τρεις λάμπες.»
«Μπορεί να χρειαστείτε τέταρτη.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω.»
Η Έμμα γέλασε.
«Αγχώνεσαι.»
«Δεν αγχώνομαι.»
Η Γκρέις τον κοίταξε.
«Αγχώνεσαι πολύ.»
Την ημέρα της αναχώρησης, ο Νόα έβαλε τις τελευταίες βαλίτσες στο αυτοκίνητο.
Τρία δωμάτια.
Τρεις ζωές.
Ένα σπίτι που άδειαζε.
Η πρώτη έφυγε.
Μετά η δεύτερη.
Μετά η τρίτη.
Η Γκρέις τον αγκάλιασε για αρκετή ώρα.
«Θα τηλεφωνώ.»
«Το ξέρω.»
«Κάθε μέρα.»
«Δεν χρειάζεται.»
«Θα το κάνω.»
«Εντάξει.»
Το αυτοκίνητο έφυγε.
Ο Νόα έμεινε στον δρόμο.
Περίμενε μέχρι να χαθεί από τα μάτια του.
Μετά μπήκε στο σπίτι.
Σιωπή.
Καμία φωνή.
Κανένα βήμα.
Κανένα γέλιο.
Κανένα:
«Θείε, πού είναι τα κλειδιά μου;»
Ο Νόα στάθηκε στη μέση της κουζίνας.
Τρεις καρέκλες.
Άδειες.
Έβγαλε μια μικρή ανάσα.
«Θα είναι εντάξει.»
Αλλά δεν ήξερε αν μιλούσε για εκείνες ή για τον εαυτό του.
Τις πρώτες εβδομάδες τηλεφωνούσε συνέχεια.
«Έφαγες;»
«Ναι.»
«Κοιμήθηκες;»
«Ναι.»
«Έκανες τα μαθήματά σου;»
«Θείε!»
«Εντάξει, εντάξει.»
Μια μέρα η Λίλι του είπε:
«Πρέπει να βρεις ζωή.»
Ο Νόα γέλασε.
«Έχω ζωή.»
«Όχι. Έχεις εμάς.»
Η φράση τον χτύπησε.
Γιατί ήταν αλήθεια.
Είχε ξεχάσει πώς ήταν να είναι απλώς ο Νόα.
Άρχισε να δουλεύει περισσότερες ώρες.
Μετά άρχισε να επισκευάζει έπιπλα.
Ένα παλιό τραπέζι.
Μια καρέκλα.
Ένα ξύλινο ντουλάπι.
Το έκανε χωρίς λόγο.
Μόνο για να γεμίζει τις ώρες.
Ένα βράδυ, καθώς έφτιαχνε ένα συρτάρι, χτύπησε το τηλέφωνο.
Ήταν η Έμμα.
«Θείε;»
«Ναι;»
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.»
«Πες μου.»
«Είσαι ευτυχισμένος;»
Ο Νόα σταμάτησε.
«Γιατί ρωτάς;»
«Γιατί σε σκέφτομαι.»
«Μην ανησυχείς για μένα.»
«Αυτό κάνεις πάντα.»
«Τι;»
«Μας λες να μην ανησυχούμε ενώ εσύ ανησυχείς για όλους.»
Ο Νόα χαμογέλασε.
«Είμαι καλά.»
Αλλά μετά έκλεισε το τηλέφωνο και κάθισε στο σκοτάδι.
Δεν ήταν σίγουρος.
Και τότε, για πρώτη φορά μετά από δώδεκα χρόνια, πήρε μια απόφαση.
Πληκτρολόγησε τον αριθμό της Νταϊάνα.
Το τηλέφωνο χτύπησε.
Δεύτερο κουδούνισμα.
Η φωνή της ακούστηκε.
«Νόα;»
Εκείνος έκλεισε τα μάτια.
«Ναι.»
Σιωπή.
«Είσαι καλά;»
«Δεν ξέρω.»
Και εκείνη τη στιγμή, για πρώτη φορά, παραδέχτηκε την αλήθεια.
«Νομίζω ότι έχασα τον εαυτό μου κάπου στην πορεία.»
Η Νταϊάνα δεν απάντησε αμέσως.
Μετά είπε:
«Ίσως ήρθε η ώρα να τον ξαναβρείς.»
Ο Νόα δεν ήξερε ότι αυτή η τηλεφωνική συνομιλία θα ήταν η αρχή μιας δεύτερης ζωής.
ΜΕΡΟΣ 4
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…
συνέχεια στην επόμενη σελίδα