Η μητέρα έβρασε νερό και είπε ότι ήταν σούπα.

Ο μεγάλος μου αδερφός βγήκε έξω και χτύπησε τον τοίχο μέχρι που μάτωσαν τα χέρια του. Εγώ κάθισα στη γωνία και κοίταζα το πάτωμα. Το μωρό ζητούσε τη сестра του χωρίς να καταλαβαίνει.

Την θάψαμε πίσω από την εκκλησία μαζί με άλλους τρεις εκείνη την ημέρα.

Δεν υπήρχε ξύλο για σταυρό.

Ο χειμώνας του 1946 ήταν ο χειρότερος. Το κρύο έμπαινε από παντού. Η μητέρα έκοψε το παλτό του πατέρα σε τρία κομμάτια για να ντύσει τα παιδιά. Εκείνη έμεινε με μια λεπτή ζακέτα και έτρεμε τη νύχτα, νομίζοντας πως δεν την ακούγαμε.

Μια μέρα εξαφανίστηκε για ώρες.

Γύρισε το βράδυ με πρησμένα πόδια και ένα σακουλάκι αλεύρι. Είχε περπατήσει δεκαπέντε χιλιόμετρα ως την πόλη και είχε ανταλλάξει τη βέρα της για μισό κιλό.

Έκανε ψωμί.

Δεν ήταν αληθινό ψωμί. Ήταν σκληρό, βαρύ, πικρό από ανακατεμένα άλευρα και φλοιούς. Μα όταν το έβγαλε από τον φούρνο, η μυρωδιά μας έκανε να κλείσουμε τα μάτια.

Έκοψε τρία κομμάτια.

«Και εσύ;» τη ρώτησα.

«Έφαγα στον δρόμο», είπε.

Χρόνια μετά έμαθα πως ήταν ψέμα.

Δεν είχε φάει τίποτα.

Την άνοιξη του 1947, έφτασε επιτέλους βοήθεια. Φορτηγά με σακιά αλεύρι, ξερά φασόλια, λάδι και κονσέρβες. Άνθρωποι με στολές μοίραζαν με δελτία. Ο κόσμος στεκόταν στην ουρά σιωπηλός, σαν να είχε ξεχάσει πώς μιλάνε οι άνθρωποι.

Η μητέρα περίμενε πέντε ώρες.

Όταν γύρισε σπίτι, έβαλε ξανά την κατσαρόλα στη φωτιά.

Αυτή τη φορά έριξε νερό, αλεύρι, λίγο αλάτι και δυο πατάτες.

Η μυρωδιά γέμισε το δωμάτιο.

Ο αδερφός μου άρχισε να κλαίει.

«Γιατί κλαις;» τον ρώτησα.

«Γιατί ξέχασα πώς μυρίζει το φαγητό», είπε.

Καθίσαμε στο τραπέζι. Η μητέρα έβαλε τέσσερα μπολ. Ύστερα πήρε κι ένα πέμπτο και το ακούμπησε μπροστά στην άδεια καρέκλα της μικρής μου αδερφής.

Κανείς δεν μίλησε.

Μετά από λίγο, το ξανάριξε στην κατσαρόλα.

«Σήμερα τρώει μαζί μας», είπε.

Περάσαν τα χρόνια.

⬇️συνέχεια στην επόμενη σελίδα⬇️

Leave a Comment