Κρατούσε και τα δύο μωρά στην αγκαλιά του σαν να ήταν τα πιο εύθραυστα… και ταυτόχρονα τα πιο πολύτιμα πράγματα στον κόσμο.
Τα χέρια του έτρεμαν ακόμα λίγο.
Όχι από αδυναμία… αλλά από ευθύνη.
Μόλις λίγες ώρες πριν ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Κουρασμένος, χαμένος μέσα στις σκέψεις του, γεμάτος φόβους για το αύριο.
Τώρα όμως… ήταν πατέρας. Πατέρας δύο μικρών ψυχών που εξαρτιόνταν ολοκληρωτικά από εκείνον.
Το δωμάτιο ήταν φτωχό.
Ένας παλιός τοίχος, ένα μικρό παράθυρο που άφηνε το φως να μπαίνει δειλά, και ένα κρεβάτι που είχε δει καλύτερες μέρες.
Κι όμως… εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σαν παλάτι.
Γιατί κρατούσε τον κόσμο του στην αγκαλιά του.
Το ένα μωρό κοιμόταν ήσυχα, σαν να μην υπήρχε πόνος σε αυτόν τον κόσμο.
Το άλλο τον κοιτούσε… με εκείνα τα μικρά μάτια, σαν να τον γνώριζε ήδη.
Χαμογέλασε.
«Δεν το ξέρετε ακόμα…» ψιθύρισε.
«Αλλά εσείς με σώσατε.»
Κανείς δεν είδε τις νύχτες που προηγήθηκαν.
Τον φόβο.
Τις αμφιβολίες.
Τις στιγμές που ένιωθε ότι δεν θα τα καταφέρει.
Δεν είχε πλούτο.
Δεν είχε ασφάλεια.
Δεν είχε τίποτα σίγουρο.
Μόνο ελπίδα.