Το όνομα του δικηγόρου ήταν Ρίτσαρντ Μπλέικ.
Ήταν παλιός οικογενειακός συνεργάτης.
Είχε χειριστεί αρκετές εταιρικές υποθέσεις του πατέρα μου.
Δεν τον είχα εμπιστευτεί ποτέ ιδιαίτερα.
Αλλά δεν είχα λόγο να πιστεύω ότι ήταν εγκληματίας.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Η Μπρουκ έψαξε τα δικά της αρχεία.
Η Σιένα παρέδωσε ό,τι είχε βρει.
Οι ερευνητές άρχισαν να ενώνουν τα κομμάτια.
Και τότε εμφανίστηκε η πραγματική εικόνα.
Ο Άρθουρ δεν είχε ξεκινήσει μόνος του.
Ο πατέρας μου είχε έρθει σε επαφή μαζί του πολύ πριν γίνει δικός μου αρραβωνιαστικός.
Η αρχική συμφωνία ήταν απλή.
Ο Άρθουρ θα αποκτούσε σταδιακά επιρροή στην εταιρεία.
Ο πατέρας μου θα εξασφάλιζε ότι οι δικές μου μετοχές θα μεταφέρονταν.
Και η Σιένα θα έμενε με την εντύπωση ότι είχε κερδίσει έναν εξαιρετικό σύζυγο.
Όλα θα έμεναν στην οικογένεια.
Αυτό ήταν το σχέδιο.
Μόνο που ο Άρθουρ είχε μεγαλύτερες φιλοδοξίες.
Ήθελε ολόκληρη την εταιρεία.
Ο πατέρας μου πίστευε ότι μπορούσε να τον ελέγξει.
Έκανε λάθος.
Όταν συναντήσαμε τον Ρίτσαρντ Μπλέικ, δεν αρνήθηκε τα πάντα.
Απλώς κάθισε απέναντί μας και είπε:
«Δεν είχα επιλογή.»
«Όλοι έχουν επιλογή», απάντησα.
«Όχι όταν η οικογένεια απειλεί να σε καταστρέψει.»
«Τι εννοείς;»
Έβγαλε έναν φάκελο.
«Ο πατέρας σου γνώριζε ότι η εταιρεία είχε οικονομικά προβλήματα.»
Πάγωσα.
«Πριν από πόσο;»
«Χρόνια.»
Ο Ρίτσαρντ συνέχισε.
«Ο Άρθουρ προσφέρθηκε να βρει χρήματα.»
«Και από πού;»
«Από δάνεια.»
«Με ποια εγγύηση;»
Με κοίταξε.
«Με τις δικές σου μετοχές.»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
«Άρα με χρησιμοποίησαν ως εγγύηση.»
«Ναι.»
«Χωρίς τη συγκατάθεσή μου.»
«Ναι.»
Τότε τον ρώτησα:
«Γιατί τώρα μιλάς;»
Έβγαλε μια δεύτερη συσκευή.
«Επειδή κράτησα αντίγραφα.»
Μέσα υπήρχαν emails.
Ηχητικά μηνύματα.
Και ένα παλιό βίντεο από συνάντηση.
Ο πατέρας μου καθόταν απέναντι από τον Άρθουρ.
«Η Ελεάνορ δεν πρέπει να μάθει τίποτα.»
Ο Άρθουρ απάντησε:
«Δεν θα μάθει.»
Σταμάτησα την αναπαραγωγή.
Δεν χρειαζόταν να ακούσω άλλο.
Η αλήθεια ήταν πλέον ξεκάθαρη.
Ο άνθρωπος που με μεγάλωσε είχε σχεδιάσει την πτώση μου.
Όχι ο Άρθουρ.
Όχι η Σιένα.
Ο πατέρας μου.
Ο ίδιος άνθρωπος που στεκόταν πίσω από τη μητέρα μου όταν μου είπε να μην εμφανιστώ στον γάμο.
Εκείνο το βράδυ, η αστυνομία πήγε στο σπίτι του.
Δεν τον συνέλαβαν αμέσως.
Τον κάλεσαν για ανάκριση.
Ο Άρθουρ όμως κατάλαβε ότι ο κλοιός έκλεινε.
Προσπάθησε να φύγει από την πολιτεία.
Δεν πρόλαβε.
Στο αεροδρόμιο τον σταμάτησαν.
Στο τηλέφωνό του βρέθηκαν μηνύματα.
Κάποιο από αυτά έγραφε:
«Αν μιλήσει ο Ρίτσαρντ, τελειώσαμε.»
Το άλλο:
«Πρέπει να βρούμε τρόπο να ρίξουμε την ευθύνη στην Eleanor.»
Η υπόθεση είχε πλέον γίνει επίσημη.
Και η Σιένα ήταν αυτή που παρέδωσε στις αρχές ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία.
Το ίδιο βράδυ, ο πατέρας μου με κάλεσε.
«Ελεάνορ…»
Για πρώτη φορά άκουγα φόβο στη φωνή του.
«Τι θέλεις;»
«Να σε δω.»
«Γιατί;»
«Γιατί πρέπει να σου εξηγήσω.»
«Όχι.»
«Είμαι ο πατέρας σου.»
Έκλεισα τα μάτια.
«Και αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι με προστατεύεις.»
Σιωπή.
«Αλλά με πούλησες.»
«Δεν ήταν έτσι.»
«Ήταν ακριβώς έτσι.»
Και έκλεισα το τηλέφωνο.
Δεν ήξερα ακόμα πως το επόμενο πρωί…
ο πατέρας μου θα έκανε κάτι απελπισμένο.
Κάτι που θα αποκάλυπτε το τελευταίο κομμάτι της συνωμοσίας.