Μετά τη διακοπή της τελετής, η εκκλησία μετατράπηκε σε χάος.
Οι καλεσμένοι μιλούσαν ψιθυριστά.
Κάποιοι έβγαζαν τα κινητά τους.
Άλλοι είχαν ήδη φύγει.
Η Σιένα στεκόταν μόνη μπροστά στον βωμό.
Το φόρεμά της ήταν ακόμα άψογο.
Αλλά το πρόσωπό της είχε αλλάξει.
«Θέλω να φύγεις», είπε στον Άρθουρ.
«Σιένα…»
«Φύγε.»
Ο Άρθουρ προσπάθησε να την αγγίξει.
Εκείνη έκανε πίσω.
«Μη με αγγίζεις.»
Ο πατέρας μου μπήκε ανάμεσά τους.
«Πρέπει να ηρεμήσουμε όλοι.»
Η Σιένα γύρισε προς εκείνον.
«Εσύ ήξερες;»
«Δεν ήξερα για την Μπρουκ.»
«Αλλά ήξερες για τα χρήματα;»
Ο πατέρας μου δεν απάντησε.
Η Σιένα άρχισε να καταλαβαίνει.
«Πλήρωσες τον γάμο μου με εταιρικά χρήματα;»
«Δεν είναι τόσο απλό.»
«Τότε κάν’ το απλό.»
Εκείνος έμεινε σιωπηλός.
Η Σιένα πήρε το flash drive.
«Θα το δω.»
Ο Άρθουρ προσπάθησε να της το αρπάξει.
«Δεν πρέπει.»
«Γιατί;»
«Επειδή είναι προσωπικά δεδομένα.»
Η Σιένα τον κοίταξε.
«Ή επειδή είναι αλήθεια;»
Τότε έβαλε το flash drive στον φορητό υπολογιστή.
Άνοιξε ο πρώτος φάκελος.
RETIREMENT FUNDS.
Η Σιένα πάγωσε.
Ο δεύτερος:
SHELL COMPANIES.
Ο τρίτος:
FORGED SIGNATURES.
Και ο τέταρτος:
WEDDING EXPENSES.
Το πρόσωπό της άσπρισε.
«Όχι…»
Ο Άρθουρ κοίταξε τον πατέρα μου.
«Κάνε κάτι.»
Για πρώτη φορά, ο πατέρας μου φαινόταν πραγματικά φοβισμένος.
Αλλά το χειρότερο δεν είχε έρθει.
Ένα από τα αρχεία περιείχε μια σειρά από email.
Στα email, ο Άρθουρ συζητούσε με συνεργάτες του πώς να μεταφέρει χρήματα χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Και σε ένα από αυτά υπήρχε η φράση:
«Η Eleanor δεν θα το καταλάβει ποτέ.»
Η Σιένα σταμάτησε.
«Έγραψες το όνομά της.»
Η μητέρα μου πήρε το laptop.
«Δεν χρειάζεται να το βλέπεις.»
«Μητέρα, άφησέ το.»
«Σιένα…»
«Αφήσέ το!»
Το πέταξε πάνω στο τραπέζι.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Όλοι ξέρατε ότι με χρησιμοποιούσε;»
«Όχι», είπε η μητέρα μου.
Η Σιένα γέλασε πικρά.
«Τότε γιατί κανείς δεν με προειδοποίησε;»
Κανείς δεν είχε απάντηση.
Την ίδια ώρα, ο Άρθουρ βγήκε από την εκκλησία.
Πήρε το τηλέφωνό του.
Κάλεσε κάποιον.
«Πρέπει να σβήσετε τα αρχεία.»
Δεν γνώριζε ότι ένας από τους συνεργάτες του είχε ήδη αρχίσει να μιλάει με τις αρχές.
Και δεν γνώριζε ότι το τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε είχε ήδη καταγραφεί σε αρκετές επικοινωνίες.
Η Μπρουκ μου έστειλε μήνυμα.
Μόλις επικοινώνησε μαζί μου ο δικηγόρος μου.
Απάντησα:
Τι είπε;
Θέλει να ζητήσει άμεσα προσωρινή προστασία για τον γιο μου.
«Κάν’ το», της έγραψα.
Έπειτα άνοιξα ένα ακόμα αρχείο.
Ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη.
Μια μεταφορά χρημάτων.
Τεράστιο ποσό.
Και δίπλα…
ο αριθμός λογαριασμού του Άρθουρ.
Εκεί κατάλαβα πως η υπόθεση είχε περάσει πλέον από την οικογενειακή προδοσία στην οικονομική απάτη.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Άγνωστος αριθμός.
Απάντησα.
«Ελεάνορ;»
«Ναι.»
«Είμαι ερευνητής οικονομικού εγκλήματος.»
Σηκώθηκα όρθια.
«Πώς βρήκατε το τηλέφωνό μου;»
«Ας πούμε ότι έχουμε δει κάποια από τα στοιχεία που συγκέντρωσες.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Θέλουμε να σε συναντήσουμε.»
«Για ποιο λόγο;»
«Γιατί πιστεύουμε ότι η υπόθεση είναι πολύ μεγαλύτερη από έναν κλεμμένο λογαριασμό.»
Κοίταξα έξω από το παράθυρο.
«Πόσο μεγαλύτερη;»
Η φωνή του έγινε χαμηλή.
«Μπορεί να αφορά ολόκληρη την εταιρεία.»
Και τότε κατάλαβα…
Ο γάμος δεν ήταν το τέλος.
Ήταν η αρχή.