Πέρασαν μήνες.
Η ζωή μου έγινε διαφορετική.
Όχι απαραίτητα καλύτερη κάθε μέρα.
Αλλά δική μου.
Το μικρό διαμέρισμα είχε γίνει σπίτι.
Ο σκύλος είχε βρει το αγαπημένο του σημείο δίπλα στο παράθυρο.
Τα πρωινά έπινα καφέ μόνη μου.
Και δεν ένιωθα πλέον ότι κάτι έλειπε.
Κάποτε πίστευα ότι η ολοκλήρωση της σχέσης μας θα ερχόταν με ένα δαχτυλίδι.
Με μια πρόταση.
Με έναν γάμο.
Τώρα καταλάβαινα ότι η ασφάλεια δεν έρχεται από ένα χαρτί.
Αλλά ούτε και το χαρτί είναι άχρηστο.
Γιατί ο γάμος μπορεί να σημαίνει ευθύνη.
Νομική προστασία.
Κοινή απόφαση.
Αλλά πάνω απ’ όλα…
σημαίνει ότι δύο άνθρωποι επιλέγουν ο ένας τον άλλον συνειδητά.
Και ο Ντέιβιντ δεν είχε κάνει αυτή την επιλογή.
Τουλάχιστον όχι τότε.
Μια μέρα, η Ελέιν με κάλεσε.
«Θέλω να σε δω.»
Συναντηθήκαμε στο ίδιο εστιατόριο όπου όλα είχαν αρχίσει.
Όταν κάθισα απέναντί της, χαμογέλασε.
«Δεν το διάλεξα εγώ.»
Γέλασα.
«Το ξέρω.»
«Ο Ντέιβιντ δεν ξέρει ότι είμαι εδώ.»
Αυτό με εξέπληξε.
«Γιατί ήρθες;»
«Για να σου πω κάτι ως γυναίκα που σε θεωρεί οικογένεια.»
Άγγιξε το χέρι μου.
«Δεν θέλω να επιστρέψεις στον Ντέιβιντ επειδή κάποιος σου είπε ότι άλλαξε.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Θέλω να αποφασίσεις με βάση αυτό που βλέπεις εσύ.»
Έγνεψα.
«Αυτό ακριβώς κάνω.»
Χαμογέλασε.
«Τότε είσαι ήδη πολύ διαφορετική από τη γυναίκα που γνώρισα πριν δέκα χρόνια.»
Μετά έφυγε.
Εκείνο το βράδυ, γύρισα σπίτι.
Έβγαλα το μενταγιόν.
Το ακούμπησα πάνω στο τραπέζι.
Το κοίταξα για αρκετή ώρα.
Και θυμήθηκα τη στιγμή που ο Ντέιβιντ είχε γονατίσει στη βεράντα.
Κάποτε ίσως θα είχα κλάψει από χαρά.
Τώρα ήξερα ότι δεν χρειαζόμουν κάποιον να γονατίσει μπροστά μου.
Χρειαζόμουν κάποιον να σταθεί όρθιος δίπλα μου.
Να πει την αλήθεια.
Να αναλαμβάνει ευθύνη.
Να με επιλέγει χωρίς να χρειάζεται να φοβάται ότι θα φύγω.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Ντέιβιντ με επισκέφθηκε.
Κρατούσε δύο καφέδες.
«Μπορώ να μπω;»
Άνοιξα την πόρτα.
«Ναι.»
Καθίσαμε.
Μιλήσαμε για ώρες.
Για τη σχέση μας.
Για τα ψέματα.
Για την οικογένειά του.
Για την Άννα.
Για το δαχτυλίδι.
Και τελικά για εμάς.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι», είπε.
«Ρώτα.»
«Αν ξεκινούσαμε από την αρχή… τι θα ήθελες;»
Σκέφτηκα.
«Ειλικρίνεια.»
«Και κάτι άλλο;»
«Επιλογή.»
«Τι σημαίνει αυτό;»
Τον κοίταξα.
«Να μη με κρατάς επειδή φοβάσαι να με χάσεις.»
Έγνεψε.
«Και αν σε επιλέξω;»
«Τότε θα το κάνεις χωρίς να μου ζητήσεις να σε πιστέψω αμέσως.»
Χαμογέλασε αχνά.
«Δίκαιο.»
Δεν ξαναγίναμε αμέσως ζευγάρι.
Αυτό ήταν το σημαντικό.
Δεν υπήρχε μαγική επιστροφή.
Δεν υπήρχε ξαφνικός γάμος.
Δεν υπήρχε τέλειο τέλος.
Υπήρχε μόνο χρόνος.
Και πράξεις.
Μήνες αργότερα, ένα βράδυ, ο Ντέιβιντ μου έστειλε ένα μήνυμα.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, αλλά αυτή τη φορά δεν θέλω να απαντήσεις σήμερα.»
Χαμογέλασα.
«Τι;»
Η απάντησή του ήρθε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα.
«Θα μου έδινες ποτέ ξανά την ευκαιρία να σε επιλέξω;»
Κοίταξα το μενταγιόν.
Και για πρώτη φορά…
δεν ένιωσα φόβο.
Έγραψα μόνο:
«Ίσως. Αλλά αυτή τη φορά δεν θα περιμένω δέκα χρόνια.»