Πήγα στη συνάντηση μαζί με την Ελέιν.
Δεν ήθελα να ξαναβρεθώ μόνη απέναντι σε μια άγνωστη ιστορία.
Η γυναίκα καθόταν ήδη σε ένα μικρό τραπέζι.
Όταν μας είδε, σηκώθηκε.
«Σάρα;»
Έγνεψα.
«Είμαι η Άννα.»
Καθίσαμε.
Η Άννα έμοιαζε νευρική.
«Δεν ήθελα να μπω ανάμεσά σας.»
«Τότε γιατί με κάλεσες;»
Με κοίταξε.
«Επειδή είδα τι έκανε.»
Η καρδιά μου χτύπησε.
«Τι έκανε;»
Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ο Ντέιβιντ ήρθε εδώ τρία χρόνια πριν με σκοπό να οργανώσει μια πρόταση.»
Το γνώριζα ήδη.
«Αλλά δεν ήρθε μόνο για την πρόταση.»
Έμεινα ακίνητη.
«Τι εννοείς;»
«Ήθελε να δει αν μπορούσε να κρατήσει δύο διαφορετικές ζωές.»
Η Ελέιν συνοφρυώθηκε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Η Άννα έβγαλε το κινητό της.
Μας έδειξε μηνύματα.
Ο Ντέιβιντ της είχε γράψει.
«Δεν είμαι έτοιμος να αφήσω τη Σάρα.»
Και μετά:
«Αλλά δεν θέλω να είμαι δεσμευμένος για πάντα.»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος.
«Ποια είσαι εσύ για εκείνον;»
Η Άννα κατέβασε το βλέμμα.
«Ήμασταν κοντά.»
«Πόσο κοντά;»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Υπήρξε σχέση.»
Η Ελέιν έκλεισε τα μάτια της.
Εγώ απλώς έμεινα ακίνητη.
«Για πόσο;»
«Λίγους μήνες.»
«Και μετά;»
«Τελείωσε.»
«Γιατί;»
Η Άννα κοίταξε την Ελέιν.
«Επειδή του είπα ότι δεν μπορούσα να είμαι η δεύτερη γυναίκα.»
Η σιωπή στο τραπέζι έγινε βαριά.
«Τότε τι σχέση είχε το δαχτυλίδι;»
Η Άννα είπε:
«Ήθελε να κάνει πρόταση στη Σάρα επειδή φοβόταν ότι θα σε έχανε.»
Την κοίταξα.
«Αυτό δεν βγάζει νόημα.»
«Το ξέρω.»
«Αν με αγαπούσε, γιατί είχε άλλη γυναίκα;»
Η Άννα έσκυψε το κεφάλι.
«Γιατί δεν ήθελε να διαλέξει.»
Αυτή η φράση με διέλυσε περισσότερο από όλα.
Δεν είχε απλώς αποφύγει τον γάμο.
Είχε αποφύγει την επιλογή.
Ήθελε τη ζωή μας.
Ήθελε την ελευθερία του.
Ήθελε να τον θεωρούν αφοσιωμένο.
Και ήθελε να κρατήσει ανοιχτή μια δεύτερη πόρτα.
«Γιατί δεν μου το είπες τότε;»
Η Άννα δάκρυσε.
«Γιατί μου είπε ότι εσύ ήσουν αυτή που δεν ήθελε γάμο. Πίστεψα ότι ήσουν ήδη ενήμερη για όλα.»
Έκλεισα τα μάτια.
Πάλι το ίδιο ψέμα.
Παντού το ίδιο ψέμα.
Εγώ ήμουν πάντα η γυναίκα που «δεν ήταν έτοιμη».
Η γυναίκα που «δεν ήθελε δέσμευση».
Η γυναίκα που «φοβόταν τον γάμο».
Και εκείνος;
Ο υπομονετικός άντρας.
Ο αφοσιωμένος σύντροφος.
Το θύμα των δικών μου υποτιθέμενων φόβων.
Η Άννα έβγαλε έναν φάκελο.
«Έχω και κάτι άλλο.»
Τον άνοιξα.
Υπήρχαν αντίγραφα μηνυμάτων.
Και ένα email.
Το email είχε σταλεί από τον Ντέιβιντ τρεις ημέρες πριν από το ταξίδι μας στο Μέιν.
Έγραφε:
«Δεν μπορώ να κάνω πρόταση ακόμα. Αν το κάνω, θα κλείσει κάθε άλλη πόρτα.»
Το διάβασα ξανά.
Και ξανά.
Δεν υπήρχε αμφιβολία.
Δεν φοβόταν ότι εγώ θα τον απέρριπτα.
Φοβόταν ότι ένας γάμος θα του έκλεινε τις επιλογές.
Η Ελέιν άγγιξε το χέρι μου.
«Σάρα…»
Σήκωσα το βλέμμα.
Και τότε κατάλαβα ότι το μεγαλύτερο ψέμα δεν ήταν πως εγώ δεν ήθελα γάμο.
Το μεγαλύτερο ψέμα ήταν ότι ο Ντέιβιντ με αγαπούσε αρκετά ώστε να με επιλέξει όταν θα ερχόταν η στιγμή.
Αλλά η Άννα δεν είχε τελειώσει.
«Υπάρχει ακόμα ένα πράγμα.»
«Τι;»
Με κοίταξε σοβαρά.
«Το ταξίδι στο Μέιν δεν ήταν ποτέ το πραγματικό σχέδιο.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Τότε ποιο ήταν;»
Η Άννα έσκυψε προς το μέρος μου.
«Ο Ντέιβιντ είχε οργανώσει κάτι άλλο…»
Και τότε μου είπε πού.