ΜΕΡΟΣ 9 — «Ένα χρόνο μετά την ημέρα που παραλίγο να πεθάνω, επέστρεψα στο σπίτι μου και κατάλαβα ότι η γυναίκα που σώθηκε εκείνη τη νύχτα δεν ήταν μόνο το σώμα μου»
Ένα χρόνο μετά το ατύχημα, στάθηκα στην κουζίνα μου.
Το σπίτι είχε αλλάξει.
Νέοι σωλήνες.
Νέος θερμοστάτης.
Νέος κλίβανος.
Νέος ηλεκτρικός πίνακας.
Όλα ήταν ασφαλή.
Αλλά υπήρχε κάτι ακόμα πιο σημαντικό.
Εγώ ήμουν διαφορετική.
Κοίταξα την πολυθρόνα όπου είχα καθίσει εκείνη τη νύχτα.
Θυμήθηκα πόσο κοντά ήμουν στον θάνατο.
Θυμήθηκα το μονοξείδιο.
Το ηλεκτρικό χτύπημα.
Τη Νταϊάν που μπήκε μέσα.
Και σκέφτηκα:
Αν είχα πεθάνει εκείνη τη μέρα, θα ήμουν ακόμα θυμωμένη με την οικογένειά μου.
Θα είχα πεθάνει περιμένοντας από ανθρώπους που δεν ήρθαν ποτέ.
Αλλά επέζησα.
Και αυτό μου έδωσε κάτι που δεν είχα ποτέ πριν.
Την επιλογή.
Η επιλογή να πω όχι.
Η επιλογή να φύγω.
Η επιλογή να αγαπήσω χωρίς να παρακαλώ.
Η επιλογή να δημιουργήσω οικογένεια από ανθρώπους που αποδεικνύουν καθημερινά ότι είναι εκεί.
Πήγα στον κήπο.
Οι ντομάτες του Τζέιμς είχαν φυτευτεί ξανά.
Άγγιξα ένα φύλλο.
«Είμαι καλά», ψιθύρισα.
Και αυτή τη φορά το εννοούσα.